Accessibility Tools

Μετάφραση

Greek Albanian Danish Dutch English French German Italian Portuguese Romanian Russian Spanish Turkish Ukrainian


Η τρέχουσα ημερομηνία και ώρα είναι:
Παρασκευή, 09 Ιανουαρίου 2026

Κάθε προσφορά σας είναι σημαντική για τα λειτουργικά έξοδα του euxh.gr

pp

 

Ροή Άρθρων

  Αγαπητοί Αναγνώστες, το σημερινό άρθρο είναι ουσιαστικά μια προσπάθεια απάντησης σε ένα ερώτημα το οποίο ως Κληρικός με απασχολεί τα τελευταία χρόνια.

Γιατί ένα από τα πιο συχνά φαινόμενα της εποχής μας είναι να απορρίπτουν οι άνθρωποι της εποχής μας, την Εκκλησία και τα θεολογικά ζητήματα χωρίς όμως να τα έχουν γνωρίσει πραγματικά, χωρίς να τα έχουν ζήσει σε βάθος οι ίδιοι. Τους ακούω και λέω καλά εμείς σπουδάσαμε τόσα χρόνια Θεολογία, ζούμε καθημερινά στην Εκκλησία και πριν εκτός ράσου και τώρα εντός αυτού και πάλι δεν τολμούμε να πούμε ότι τα γνωρίζουμε όλα, ίσα ίσα υποψιαζόμαστε πόσα περισσότερα αγνοούμε. Και βλέπω ανθρώπους πραγματικά άσχετους, να μιλούν, να κρίνουν, να ειρωνεύονται ή απομακρύνονται, χωρίς ποτέ να έχουν ζήσει καν  ένα έστω κατηχητικό μάθημα, να έχουν διαβάσει κάποιο κείμενο από την Αγία Γραφή ή τους Πατέρες της Εκκλησίας, να έχουν συμμετάσχει συνειδητά στην ενήλικη ζωή τους σε μία στη Θεία Λειτουργία. Γιατί άραγε; Αυτό θα εξετάσουμε, εσείς όπως πάντα ακολουθήστε μας…!

   Ο σημερινός άνθρωπος έχει μάθει να ζει μέσα σε έναν κόσμο γρήγορο, επιφανειακό, γεμάτο πληροφορία αλλά φτωχό σε γνώση. Ξέρει να χειρίζεται άνετα κινητά, υπολογιστές, εφαρμογές, να επικοινωνεί με ανθρώπους από την άλλη γωνιά της γης, αλλά δεν ξέρει να προσευχηθεί και μιλήσει στον Θεό που είναι ο Δημιουργός αλλά και ζει, όταν το επιτρέπουμε, εντός του. Ξέρει να εκφράζει άποψη για όλα και όσα δεν ξέρει τα αναζητά στο διαδίκτυο ή στην τεχνητή νοημοσύνη, αλλά δεν προτιμά να ακούει, ιδιαίτερα πιο «ειδικούς» και πνευματικά «προχωρημένους», γιατί στερείται  ταπείνωσης. Έτσι, η θεολογία –που είναι καρπός προσωπικής εμπειρίας και σχέσης με τον Θεό– μοιάζει ξένη και «βαριά». Πολλοί την θεωρούν ότι είναι κάτι στη σφαίρα απλώς του θεωρητικού επιπέδου, κάτι που αφορά ειδικά μονάχα τους παπάδες ή τους θεολόγους όχι τον απλό άνθρωπο του μόχθου. Δεν αντιλαμβάνονται ότι θεολογία είναι ο τρόπος με τον οποίο όχι απλά βλέπουμε τη ζωή, αλλά τρόπος ζωής που νοηματοδοτεί το είναι του ανθρώπου και μπολιάζει την βάση για τις σχέσεις του με τον Θεό, τον συνάνθρωπο και τον ίδιο τον ευατό, ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε τη χαρά, τον πόνο και τον θάνατο μέσα από το φως του Θεού.

   Πιστεύουμε λοιπόν ότι η απόρριψη αυτή ξεκινά συχνά από άγνοια. Πόσες φορές ακούμε νέους να λένε πιστεύω στον Χριστό αλλά «δεν πιστεύω στην Εκκλησία» χωρίς να ξέρουν τι σημαίνει Εκκλησία! Νομίζουν ότι είναι μόνο ένα κτίριο ή ένας θεσμός που επιβάλλει ξερούς κανόνες. Δεν γνωρίζουν ότι η Εκκλησία είναι η κιβωτός της σωτηρίας, μια θεανθρώπινη οικογένεια, κυρίως ότι είναι Σώμα Χριστού, και ο τόπος θεραπείας, σωτηρίας και πραγματώσεως της αγάπης. Όταν κάποιος δεν έχει γνωρίσει το μυστήριο, όταν δεν έχει δει την ευγένεια ενός πνευματικού ανθρώπου, όταν δεν έχει ζήσει το «εύσπλαχνο έλεος» του Θεού μέσα στη μετάνοια, τότε εύκολα απορρίπτει κάτι που του φαίνεται ξένο ή μη οικείο με τον δικό μας τρόπο ζωής και επιλογής εκτός της Εκκλησίας.

   Από την άλλη, και εμείς Κληρικοί και λαϊκοί μέσα στην Εκκλησία έχουμε ευθύνη. Δεν φτάνει να έχουμε δίκιο· πρέπει να έχουμε και τρόπο. Όταν μιλάμε στους ανθρώπους με ψυχρότητα, όταν τους κρίνουμε σαν τον μεγάλο γιο της παραβολής, τους αντιμετωπίζουμε με αυστηρότητα, όταν δείχνουμε μόνο απαγορεύσεις και όχι την ομορφιά της πίστης, τότε τους διώχνουμε χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Ο Χριστός δεν μίλησε ποτέ από καθέδρας. Πλησίασε τον άνθρωπο, μπήκε στο σπίτι του ή στον τόπο εργασίας του, άκουσε και αφουγκράστηκε τον πόνο του, τον θεράπευσε. Χαρακτηριστικά βλέπουμε π.χ. ότι δεν είπε στη Σαμαρείτιδα ότι έχει άδικο· της αποκάλυψε τη δίψα της. Αυτή είναι η ποιμαντική στάση που χρειάζεται και σήμερα ο ποιμένας, να βρει τα στοιχεία εκείνα επαφής για να οδηγήσει τους ανθρώπους στην αλήθεια στα σημεία που αγνοούν!

   Πολλοί άνθρωποι απορρίπτουν τα εκκλησιαστικά επειδή έχουν πληγωθεί από κάποιους «εκκλησιαστικούς». Μπορεί να πήγαν κάποτε να εξομολογηθούν και να ένιωσαν ότι τους έκριναν, τους μείωσαν και τους πρόσβαλαν. Μπορεί να ζήτησαν βοήθεια και να συνάντησαν ψυχρότητα ή αδιαφορία. Μπορεί επίσης να μην έγιναν τίποτα από αυτά, αλλά απλώς να είδαν υποκρισία, λόγια χωρίς πράξεις αλλά υποκρισία και επιφάνεια. Αυτές οι τραυματικές εμπειρίες είναι σίγουρα ότι δεν μένουν χωρίς συνέπειες γιατί δυστυχώς αφήνουν σημάδια. Χρειάζεται λοιπόν να ζητήσουμε συγγνώμη και κυρίως να μετανοήσουμε στη πράξη ειλικρινά για να ξανακερδίσουμε την εμπιστοσύνη τους και οι ίδιοι να αναζητήσουν το ενδιαφέρον και την αγάπη μας. Γιατί, όπως έλεγε ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «κανείς δεν σώζεται μόνος του». Αν ο αδελφός μου πληγώθηκε, πληγώθηκε και το σώμα της Εκκλησίας».

   Υπάρχει όμως και κάτι βαθύτερο, ένας λόγος που δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά, αλλά εξ’ αιτίας του ο σύγχρονος άνθρωπος δυσκολεύεται να δεχθεί οτιδήποτε δεν μπορεί να αποδείξει επιστημονικά. Θέλει αποδείξεις και χειροπιαστά πράγματα, όχι μόνο πίστη. Ξεχνά όμως πως ο Θεός δεν «αποδεικνύεται» – αποκαλύπτεται. Δεν είναι ένα αντικείμενο μελέτης, αλλά ένα Πρόσωπο που ζητά σχέση. Όπως δεν μπορείς να αποδείξεις με μαθηματικό τύπο ότι αγαπάς κάποιον, έτσι δεν μπορείς να αποδείξεις με επιστημονικό τρόπο ότι υπάρχει ο Θεός· απλώς Τον γνωρίζεις μέσα στην καρδιά σου. Και αυτή η γνώση είναι πιο αληθινή από κάθε λογική εξίσωση.

   Συχνά, η απόρριψη της Εκκλησίας είναι στην πραγματικότητα κραυγή για βοήθεια. Ο άνθρωπος ψάχνει νόημα, ανακούφιση, ελπίδα. Κι όταν δεν τις βρίσκει στον χώρο της πίστης, τις αναζητά αλλού: σε ψευδοπνευματικότητες, σε ενέργειες, σε αστρολογία, σε Life Coaching σε ό,τι δηλαδή του υπόσχεται εύκολη «ηρεμία». Μα η αληθινή ειρήνη δεν είναι συναίσθημα· είναι παρουσία Χριστού. Η Εκκλησία δεν προσφέρει μαγικές λύσεις, αλλά τον δρόμο της μεταμόρφωσης. Κι αυτό χρειάζεται χρόνο, κόπο, και κυρίως εμπιστοσύνη στον Σωτήρα Κύριο και την Εκκλησία Του.

   Ας σκεφτούμε λοιπόν: πότε μιλήσαμε τελευταία φορά σε κάποιον για την πίστη μας όχι με λόγια, αλλά με πράξεις; Πότε προσκαλέσαμε κάποιον νέο στη Θεία Λειτουργία όχι με επίπληξη, αλλά με χαμόγελο; Πότε εξηγήσαμε σ’ ένα παιδί τι σημαίνει «Χριστός Ανέστη» χωρίς να το τρομάξουμε με ηθικολογίες; Αν εμείς δείξουμε τη χαρά του Χριστού στη ζωή μας, τότε και οι άλλοι θα θελήσουν να Τον γνωρίσουν. Γιατί η χαρά δεν κρύβεται.

Η Εκκλησία δεν είναι χώρος για τέλειους ανθρώπους, αλλά για όσους αναζητούν θεραπεία. Είναι νοσοκομείο ψυχοσωματικό, όχι μουσείο αγίων του παρελθόντος…! Κι αν ο κόσμος σήμερα απορρίπτει τα θεολογικά, ίσως είναι γιατί δεν έχει δει και βιώσει αρκετά τη θεραπευτική δύναμη της αγάπης μας. Αν εμείς πρώτοι ξαναβρούμε τη γνησιότητα, την απλότητα και το έλεος του Χριστού, τότε και οι άνθρωποι γύρω μας θα πάψουν να βλέπουν την Εκκλησία σαν κάτι ξένο.

Ας μη θυμώνουμε, λοιπόν, με όσους απορρίπτουν χωρίς να γνωρίζουν. Ας προσευχόμαστε γι’ αυτούς, ας τους πλησιάζουμε με πραότητα και χαμόγελο. Γιατί πολλές φορές πίσω από την άρνηση κρύβεται ένας πόνος, μια απογοήτευση, μια λαχτάρα για αλήθεια. Κι όταν αυτή η λαχτάρα συναντήσει την αγάπη του Χριστού μέσα από εμάς, τότε η απόρριψη μεταμορφώνεται σε αναζήτηση και η αδιαφορία σε πίστη. Και τότε, ο σύγχρονος άνθρωπος δεν θα φοβάται πια τη θεολογία. Θα την ανακαλύπτει καθημερινά, μέσα στο βλέμμα του συνανθρώπου του και στην ειρήνη που μόνο ο Θεός μπορεί να χαρίσει. Αμήν!

 

Βαθμολογήστε το άρθρο
4.29 of 5 - 7 votes
Thank you for rating this article.
π. Αντώνιος Χρήστου
π. Αντώνιος Χρήστου
Πληροφορίες του/της αρθρογράφου
Προϊστάμενος Ιερού Ναού Προφήτου Ηλία Κορμπι- Βάρης, της Ι. Μ. Γλυφάδας Ε. Β. Β. & Β. Απόφοιτος Ανωτέρας Εκκλησιαστικής Σχολής Αθηνών, Πτυχιούχος της Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών και Κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου στην Ορθόδοξη Θεολογία στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο.
Άλλα άρθρα του/της αρθρογράφου

ΟΜΙΛΙΕΣ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

ΒΙΝΤΕΟ