Αγαπητοί Αναγνώστες, είναι γεγονός, ότι στον Ελλαδικό χώρο και όχι μόνο,
τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε μια έντονη δραστηριότητα στον θεολογικό χώρο: συνέδρια, ημερίδες, επιστημονικές συναντήσεις διοργανώνονται τακτικά από την Ιερά Σύνοδο, τις ειδικές συνοδικές επιτροπές της, τις Ιερές Μητροπόλεις, από Εκκλησιαστικά Ιδρύματα και θεολογικά περιοδικά και φυσικά από πανεπιστημιακές σχολές και φορείς. Ωστόσο, παρά το πλήθος, εγείρεται το ερώτημα: Πόσα από αυτά τα συνέδρια και τις εργασίες τους αγγίζουν την βάση και γίνονται πραγματικά «κτήμα του λαού»; Πόσα δηλαδή από τα πορίσματα, τις εισηγήσεις και τις προτάσεις τους περνούν από το θεωρητικό στον καθημερινό εκκλησιαστικό και πνευματικό βίο;
Ας πάρουμε για παράδειγμα το πρόσφατο Β’ Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο του περιοδικού Θεολογία, που με την απόφαση και ευλογία της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη 29 Σεπτεμβρίου – 1 Οκτωβρίου 2025 και είχα την τιμή να συμμετέχω ως εκπρόσωπος του Ιερού Συνδέσμου Κληρικών Ελλάδος. Το γενικό θέμα του Συνεδρίου ήταν «Η Ορθόδοξη θεολογία και η οντολογία της τεχνολογίας». Η επίσημη έναρξή του με την συμμετοχή του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, του Πατριάρχη της Βουλγαρίας, των Αρχιεπισκόπων Ελλάδος, Κύπρου και Αλβανίας και εκπροσώπων από τις άλλες τοπικές Εκκλησίες καθώς και του Προέδρου της Δημοκρατίας, πραγματοποιήθηκε στον Ιερό Ναό Αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης. Ενώ οι εργασίες του Συνεδρίου έγινα στο Μέγαρο Μουσικής και στην αίθουσα τελετών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και συμμετείχαν κληρικοί και λαϊκοί, πανεπιστημιακοί, καθηγητές, ιεράρχες (π.χ. Μητροπολίτες Μεσσηνίας, Νέας Ιωνίας, Ναυπάκτου) που διατύπωσαν εισηγήσεις γύρω από τις προκλήσεις της ψηφιακής εποχής, την τεχνητή νοημοσύνη, τη σχέση τεχνολογίας και θεολογίας.
Όμως παρόλη την προβολή και αρκετή κάλυψη και αναμετάδοση του συνεδρίου αυτού, όπως και παρόμοιες πρωτοβουλίες, δεν υπάρχει η ανάλογη πρόσληψη και αποδοχή από τον κόσμο-ποίμνιο γιατί απευθύνεται κυρίως σε ειδικούς και αφορά περισσότερο την ακαδημαϊκή κοινότητα. Συνήθως όσοι λαϊκοί παρακολουθούν είναι λίγοι, με περιορισμένη δυνατότητα συμμετοχής και αφομοίωσης των λόγων που διατυπώθηκαν. Άλλο παράδειγμα είναι τα συνέδρια νεότητας που διοργανώνει το Γραφείο Κατηχήσεως της Ιεράς Συνόδου (το τελευταίο έγινε στο Βόλο 24-26 Αυγούστου και επίσης συμμετείχα) ή σε άλλες κατά τόπους Μητροπόλεις από τα Γραφεία Νεότητος, όπου το ζητούμενο είναι να αναδειχθεί η σχέση της πίστης με τα σύγχρονα νεανικά ζητήματα. Σε αυτές τις περιπτώσεις υπάρχει προσπάθεια προσέγγισης του νεανικού κοινού και των παιδιών, αλλά συχνά δυστυχώς τα αποτελέσματα να μένουν σε “ημερίδες” χωρίς συνέχεια και εφαρμογή συστηματική από τις Ιερές Μητροπόλεις και τις Ενορίες.
Το σημερινό άρθρο μας λοιπόν δεν εξετάζει ως κρίσιμο ερώτημα αν γίνονται συνέδρια — γιατί, ναι, γίνονται και καλώς γίνονται κατά την γνώμη μας — αλλά πόσα από αυτά ενημερώνονται οι πιστοί και κυρίως περνούν στη ζωή του λαού γιατί κακά τα ψέματα οι εισηγήσεις μένουν σε πρακτικά, οι ανακοινώσεις σε περιοδικά, τα πορίσματα συσσωρεύονται σε βιβλιοθήκες και μέχρι εκεί…!
Κατά την γνώμη μας υπάρχουν αρκετοί παράγοντες που παρεμποδίζουν την ουσιαστική μετάδοση των θεολογικών συνεδρίων στο ευρύ πλήρωμα της Εκκλησίας όπως:
1. Εξειδίκευση της επιστημονικής γλώσσας
Οι εισηγητές συχνά χρησιμοποιούν τεχνική ορολογία, φιλοσοφικές αναλύσεις και δογματικά σχήματα που είναι δύσκολα κατανοητά από μη εξοικειωμένο Θεολογικά λαϊκό ακροατήριο.
2. Αδυναμία διάχυσης
Τα πρακτικά των συνεδρίων, οι εισηγήσεις και οι πορισματικές εκθέσεις συχνά κυκλοφορούν μόνο σε θεολογικά περιοδικά ή σταχυολογούνται σε ακαδημαϊκά αρχεία — όχι εύκολα προσβάσιμα στο ευρύ κοινό.
3. Έλλειψη συνέχειας και τοπικής υιοθέτησης
Τα συνέδρια συχνά δεν συνοδεύονται από σχέδιο υλοποίησης ή συνέχεια στο επίπεδο της τοπικής Εκκλησίας σε Μητροπόλεις και Ενορίες (π.χ. κατά τόπους ενημέρωση, ομιλίες, δράσεις, ομάδες μελέτης).
4. Απουσία διαλόγου και συμμετοχής
Ο λαός είναι συχνά παθητικός δέκτης (ενώ από τον οβολό του ουσιαστικά γίνονται τα συνέδρια) δεν προβλέπεται συμμετοχή με συζήτηση, εργασίες, δυνατότητα ερωτήσεων και άμεσης εμπλοκής παρά διά «ειδικών αντιπροσώπων».
5. Περιορισμοί πόρων και υποστήριξης
Για τις μεγάλες Μητροπόλεις ή τις πολύ μικρές η οργανωτική δυνατότητα να μεταφέρουν τα θέματα στην Ενορία ειδικά στα νέα παιδιά είναι περιορισμένη και οικονομικά δαπανερή και μη συμφέρουσα (εκτύπωση εντύπων κτλ).
Όμως πέρα από τις δυσκολίες , τα προβλήματα και τα εμπόδια ακολουθούν εκ μέρος μας ιδέες και προτάσεις για το πώς κατά την γνώμη μας, θα μπορούσε να γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα στην επιστημονική θεολογία και τη ζωή του λαού:
1. Δημιουργία λαϊκών εκδοχών των πρακτικών
Εκτός από τα επίσημα πρακτικά, να υπάρξουν σύντομες εκδόσεις σε λαϊκή γλώσσα — φυλλάδια, περιοδικά, έντυπα με τα βασικά συμπεράσματα, με ερωτήσεις προς προβληματισμό.
2. Σειρές διαλέξεων και ομιλιών στις Ενορίες
Μετά τα συνέδρια, να προγραμματίζονται (υποχρεωτικά και συστηματικά ) σε κάθε Μητρόπολη ή σε περιφέρειες Μητροπόλεων) συναντήσεις όπου οι εισηγητές ή άλλοι θεολόγοι θα παρουσιάζουν με πιο απλό τρόπο τα βασικά σημεία και θα συζητούν με το λαό.
3. Διεπιστημονικές ομάδες εργασίας στην τοπική Εκκλησία
Δημιουργία ομάδων μελέτης στις Ενορίες, με κατανόηση και συζήτηση των θεμάτων των συνεδρίων, ώστε αυτά να εισχωρήσουν στην ποιμαντική και τη ζωή των πιστών.
4. Ψηφιακή διάχυση
Καταγραφή και διαδικτυακή μετάδοση των συνεδρίων (βίντεο, podcasts), με μεταγραφή και σχολιασμένες εκδόσεις-παραγωγές. Να δοθεί προτεραιότητα στην προσβασιμότητα (υποτίτλοι, συνοπτικά σημεία).
5. Συμμετοχή λαϊκών θεολόγων και στελεχών
Να δίνονται θέσεις στο συνέδριο και σε λαϊκά μέλη της Εκκλησίας (κατηχητές, νεανικά στελέχη, καθηγητές θρησκευτικών) ως εισηγητές ή σχολιαστές, ώστε να υπάρχει σύνδεση με την καθημερινότητα.
6. Αξιολόγηση και επανεξέταση
Μετά από κάθε Συνέδριο, να γίνεται απολογισμός: ποιοι συμμετείχαν, ποιοι θα μπορούσαν ακόμη και δεν το έκαναν, ποιοι επηρεάστηκαν, ποιες δράσεις υλοποιήθηκαν. Να τεθούν δείκτες για την όσο το δυνατόν άμεση μεταφορά των θεμάτων από τον λαό.
7. Οικοδόμηση συνέχειας
Τα Συνέδρια να μην διοργανώνονται ως μεμονωμένα γεγονότα, αλλά να εντάσσονται σε θεματικούς κύκλους (π.χ. τεχνολογία, οικολογία, νεότητα) που να επανέρχονται και αναπτύσσονται με την πάροδο του χρόνου αλλά κυρίως να είναι στα ενδιαφέροντα του κόσμου.
Κλείνοντας το άρθρο μας η ύπαρξη ενός πυκνού δικτύου θεολογικών Συνεδρίων είναι αναμφισβήτητα θεσμικό κεφάλαιο για την Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ελλάδα. Ωστόσο, το αληθινό ζητούμενο δεν είναι απλώς να διοργανώνονται Συνέδρια, αλλά να ζουν μέσα στον λαό — να μην είναι “για λίγους”, αλλά να αποτελούν σπόρο που φυτρώνει στις Ενορίες, στα Κατηχητικά, στα σπίτια. Θα μπορούσαμε έστω να ξεκινήσουμε με έναν πιλοτικό θεσμό: ένα συνέδριο με παράλληλη οργανωμένη διάχυση προς το λαό (με εκδόσεις, διαλέξεις στις ε\Ενορίες, ομάδες μελέτης), και να μετρήσουμε την ανταπόκριση και την εφαρμογή στη πράξη κατά πόσο να εφαρμοστεί αυτό!
Thank you for rating this article.

























































