Απο το Θιβέτ στο Άγιον Όρος

Συντάκτης  13 Μαρ, 2017

Από το πέρασμα των προσκυνητών, πάνω στα λιγοστά χορταράκια, που είχαν φυτρώσει μέσα στο καταχείμωνο, δημιουργήθηκε το μονοπάτι, που μαζί με μια πινακίδα, μας οδήγησαν έξω από το περιφραγμένο με έναν πρόχειρο φράχτη, ταπεινό κελλί του Γέροντα. Δίχως να έχει κάτι ξεχωριστό ή εντυπωσιακό, σκεπασμένο με παλιές λαμαρίνες, με τους τοίχους άβαφους, με πόρτα παλαιά και ασυντήρητη, δίχως κλειδαριές κι αμπάρες. Έξω από την πόρτα, ένα μικρό σκαλάκι γινόταν το κατώφλι, που σε βοηθούσε, να περάσεις στο εσωτερικό του ταπεινού κελιού. Μόλις κοντέψαμε την πρόχειρη πόρτα της περίφραξης, φώναξε ο Δημήτρης, καθότι είχε και βροντερή φωνή.


-Γέροντα, Γέροντα… Δεν άργησε πολύ να φανεί ο Γέροντας, στο πλατύσκαλο της παλαιάς πόρτας.


-Ευλογείτε Γέροντα, είπαμε με μια φωνή.


-Ο Κύριος, απάντησε αυτός. Καλώς τα παλικάρια!


-Ήρθαμε να πάρουμε την ευχή σου! Καθώς γινόταν ο διάλογος, προχωρήσαμε, και για πρώτη φορά έβλεπα από τόσο κοντά, έναν ασκητή με μεγάλη φήμη. Σκύψαμε και φιλήσαμε το ασκητικό του χέρι. Αισθάνθηκα εκείνη την στιγμή, ότι οσφραινόμουν τον ιδρώτα, τα δάκρυα, τον κόπο της προσευχής, σαν μια φυσική ευωδία, που πηγάζουν από ένα ασκητικό κορμί με εσωτερική καθαρότητα. Τα μάτια, είναι μια πηγή έκφρασης· αυτά πρόσεξα κι εγώ στον Γέροντα, δύο μάτια χαρωπά, που έλαμπαν από φωτεινότητα και καθαρότητα. Μια λάμψη και μια ακτινοβολία, εξέπεμπαν τα μάτια του. Το πρόσωπο του έλαμπε· είχε μια γαλήνη απερίγραπτη, ένα χαμόγελο αληθινό, καλοσυνάτο. Αδύνατο κορμί, στερημένο από την νηστεία. Το νεκρωμένο ασκητικό σώμα, είναι το πλησιέστερο σώμα, προς το σώμα της αιωνιότητος.


-Ελάτε, περάστε!


Μπήκαμε μέσα και από ένα μικρό διάδρομο, μας οδήγησε δεξιά «στο αρχονταρίκι του». Άρχισα να περιεργάζομαι τον χώρο και με την πρώτη ματιά, διαπίστωσα ότι δεν είχε τίποτε περιττό. Στους τοίχους, κρεμασμένες εικόνες των αγαπημένων του αγίων. Σε ένα σημείο, το εικονοστάσι με το ακοίμητο καντηλάκι. Φτωχικό, αλλά καθαρό και περιποιημένο, το κελλάκι του Γέροντα. Στη μέση του δωματίου, ένα μικρό τραπεζάκι, για να εναποθέτει τα της φιλοξενίας εδέσματα και γύρω του, σκαμνάκια και καθίσματα για τους επισκέπτες. Η φήμη για την φιλοξενία του Γέροντα, είχε ξαπλωθεί αρκετά και εμείς την απολαμβάναμε. Δίχως να χρονοτριβήσει, με ανάλαφρα βήματα, έφτασε κοντά στον μικρό πάγκο κι άρχισε να ετοιμάζει τα της φιλοξενίας. Το κέρασμα, ήταν Αγιορείτικο, κρύο νερό, τσίπουρο και λουκούμια. Εκείνο το απόγευμα, είχε καλή διάθεση ο Γέροντας. Ζούσε κάποιες καταστάσεις πνευματικές, τις οποίες ήθελε να εκμυστηρευθεί. Ήθελε να μοιάσει, τον Άγιο Συμεών τον Θεολόγο, ο οποίος έλεγε, πως πρέπει οι πνευματικά ανεβασμένοι άνθρωποι, που έχουν πλημμυρίσει από την Χάρη του Θεού και έχουν ζήσει καταστάσεις, τις οποίες «οφθαλμός ουκ είδεν και ους ουκ ήκουσεν», να τις εκμυστηρεύονται, για να ενισχύσουν την πίστη των χριστιανών και να τους κάνουν να «ζηλέψουν» και να εντείνουν τον αγώνα τους, για να ανέβουν τα πνευματικά σκαλοπάτια. -Πώς σε λένε παλικάρι μου; Ρώτησε το φίλο μου, ο Γέροντας.


-Δημήτρης, λέγομαι.


-Από πού είσαι Δημήτρη;


-Από τις Φέρες, μια κωμόπολη κοντά στην Αλεξανδρούπολη του Έβρου.


-Με τι ασχολείσαι;


-Έχω σπουδάσει Θεολογία και πριν λίγες μέρες απολύθηκα από τον στρατό και συμφωνήσαμε με τον φίλο μου, τον Γιάννη, να σας επισκεφθούμε.


-Πολύ καλά κάνατε!


-Εσύ, Γιάννη, με τι ασχολείσαι;


-Εγώ, έχω τελειώσει την Εκκλησιαστική Σχολή και σκέπτομαι να φύγω κάτω στην Αφρική, για ιεραποστολή.


Όση ώρα γινόταν ο διάλογος αυτός, νόμιζα πως τον ήξερα από καιρό τον Γέροντα. Ήταν φιλικός και οικείος. Ο λόγος του, είχε μια ζεστασιά, μια γλυκύτητα, η όψη του ήταν γαλήνια και ειρηνική. Άρχισα να πιστεύω, πως έφθασε η ώρα, να πάρω τις απαντήσεις, στα ερωτηματικά που είχα. Οι χώροι, που είχαμε σπουδάσει και οι δύο, ήταν η αφορμή, για να
ξεκινήσει η κουβέντα μας.


-Η ψυχή του ανθρώπου, μας λέει, είναι ότι πολυτιμότερο, υπάρχει στον κόσμο. Ο κόσμος ολόκληρος, αξίζει λιγότερο, απ΄ όσο αξίζει μία αθάνατη ψυχή, αιώνια παντοτινή· είναι κρίμα να χαθεί. Πρέπει με κάθε τρόπο, να προσπαθήσουμε να την σώσουμε, να βρούμε τα μονοπάτια, που θα την οδηγήσουμε κοντά στον Θεό. Με κόπο πολύ, με προσπάθεια ίσως
υπεράνθρωπη, να κάνουμε πνευματικές επενδύσεις, στην πνευματική τράπεζα του ουρανού. Σταματάει ο νους του ανθρώπου, μπροστά στην έννοια της αιωνιότητας!!! Παντοτινά, χωρίς τέλος, όντως αδιανόητο, χωρίς τέλος, να βρίσκεσαι κοντά στον φίλο Χριστό. Κοντά στην άπειρη αγάπη, στο άπειρο έλεος, στην άπειρη χαρά, στην άπειρη ειρήνη, τι μεγάλο δώρο στ’ αλήθεια η Αιωνιότητα!!! Μια ανθρώπινη ψυχή, ήταν και η ψυχή του Γεωργίου Μ., για την οποία αγωνιζόταν ο Γέρων Παΐσιος, το διάστημα εκείνο, και καθότι ζούσε καταστάσεις έντονες, μας τις διηγούνταν, σαν να ήθελε κι αυτός με την σειρά του, κάπου να τα πει, να γίνουν γνωστές στον κόσμο. Ο Γιωργάκης, δέκα έξι ετών τότε, ήταν οπαδός της «ευσέβειας του σατανά» και ανέλαβε ο Γέροντας, να βοηθήσει τον Γιωργάκη, να βρεθεί στα αληθινά μονοπάτια, που οδηγούν στην σωτηρία της ψυχής του. Μονοπάτια, τα οποία είχε περιδιαβεί ο Γέροντας, είχε γιγαντωθεί με το πέρασμα του χρόνου και όπως φάνηκε από την συζήτηση που ακολούθησε, το μέγεθος και το ανάστημα της πνευματικότητος του ανδρός, ήταν παρούσα και πλούσια η Χάρις του Θεού. Είχε δει αρκετές φορές, το άκτιστο φως κι ακόμη είχε βρεθεί, στην πολυπόθητη από πολλούς ανθρώπους θέση, να συνομιλεί με την Κυρία Θεοτόκο, την Αρχόντισσα του Περιβολιού, όπως την χαρακτηρίζουν, του Αγίου Όρους.


Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΑΚΗ


Eνώ εμείς γευόμασταν τα κεράσματα του Γέροντα, εκείνος άρχισε να διηγείται την ιστορία του μικρού Γιωργάκη: «Ο Γιωργάκης λοιπόν, γεννήθηκε στον Πειραιά. Ο παππούς του, ήταν ναυτικός, καπετάνιος στα καράβια, πολυταξιδεμένος. Κάποτε, πέρασε και από την μακρινή Κίνα. Εκεί, γνώρισε ανθρώπους, που έκαναν θαυμαστά πράγματα κι εντυπωσιακά. Τόσο πολύ γοητεύθηκε ο παππούς, που θα ήθελε κι ο ίδιος, να αποκτήσει αυτές τις ικανότητες, αλλά δεν γινόταν, διότι ήταν αρκετά μεγάλος στην ηλικία. Και για να πραγματοποιηθεί η επιθυμία του, πέρα-σε τότε από τον νου του η ιδέα, να φέρει τον εγγονό του, ο οποίος ήταν σε κατάλληλη ηλικία. Μόλις ήλθε στον Πειραιά, συζήτησε το θέμα με τους γονείς του εγγονού του, πληροφορώντας τους, πως στην μακρινή Κίνα, γνώρισε ανθρώπους με υπερφυσικές ικανότητες, οι οποίοι μπορούσαν, να αναλάβουν την εκπαίδευση του παιδιού, με την προϋπόθεση ο μικρός, να πάει έγκλειστος σε βουδιστικό μοναστήρι του Θιβέτ ήδη από την ηλικία αυτή των δύο ετών. Οι γονείς του παιδιού φυσικά, ήσαν ανένδοτοι και δεν ήθελαν καν να το συζητήσουν. Ήθελαν, να μεγαλώσουν το παιδί τους, φυσιολογικά όπως μεγαλώνουν τα περισσότερα παιδιά, κοντά στους γονείς, να το μορφώσουν και να ζήσουν μια φυσιολογική ζωή. Ο παππούς όμως, είχε διαφορετική άποψη. Την τελευταία μέρα, πριν φύγει ταξίδι για την μακρινή Κίνα, έκλεψε το παιδί από τους γονείς του και με τους ανθρώπους που είχε γνωρίσει στην Κίνα, κατάφερε να φθάσει στο Θιβέτ. Κατάφερε να φθάσει στο βουδιστικό μοναστήρι, όπου έμελλε να ζήσει ο Γιωργάκης, τα υπόλοιπα δέκα τέσσερα χρόνια της ζωής του».


Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ


Το διάστημα που επισκεφθήκαμε με τον φίλο μου, τον Δημήτρη, τον Γέροντα, ήταν ακριβώς, το διάστημα που τον επισκεπτόταν και ο Γιωργάκης. Καθώς μας διηγείτο ο Γέροντας, έγινε αναφορά και σ’ αυτό το γεγονός, δηλαδή των επισκέψεων του φίλου μας. Εμφανίστηκε μια μέρα ο διάβολος και του λέει ότι πρέπει ν’ αφήσει ήσυχο τον Γιωργάκη, διότι αυτός ανήκει στην ευσέβεια την δική του· τον είχε σφραγίσει με μια, από τις εκατό σφραγίδες τoυ. Όχι, του λέει ο Γέροντας, είναι πλάσμα του Θεού, έχει ψυχή αθάνατη κι έχει δικαίωμα στην σωτηρία, από την στιγμή που είναι βαπτισμένος ορθόδοξος. Εγώ τώρα φεύγω, είπε ο σατανάς, μα το θέμα δεν θα μείνει έτσι· θα ξανάρθω στις δώδεκα, μετά τα μεσάνυχτα. Δεν έδωσε και πολύ σημασία ο Γέροντας, στα λεγόμενα του διαβόλου, καθότι είναι και μεγάλος ψεύτης· και όσο τον περιφρονούμε τόσο το καλύτερο, δίχως βεβαίως να τον αγνοούμε. Την ώρα που έκανε τον κανόνα του ο Γέροντας, ακούει δυνατούς κρότους, πάνω στην στέγη της καλύβας.


-Λες να είναι αλήθεια και να ήλθε στην ώρα του, στο ραντεβού του, μονολόγησε ο Γέροντας. Βγάζει το ρολόι και τι να δει: Δώδεκα ακριβώς! Άρα, είναι συνεπής στο… ραντεβού του. Την ώρα εκείνη που γινόντουσαν αυτά, o Γέροντας έψαλε το τροπάριο: «Τον σταυρόν σου προσκυνούμεν Δέσποτα και την αγίαν σου ανάστασιν υμνούμεν και δοξάζωμεν» Όση ώρα έψαλε το τρο-πάριο, οι κρότοι σταματούσαν, μόλις σταματούσε, για να πάρει ανάσα, ξανάρχιζε πάλι. Αυτό κράτησε αρκετή ώρα. -Γέροντα δεν φοβηθήκατε; Ρώτησε ο φίλος μου, ο Δημήτρης. -Τι να φοβηθώ; «Έχω μαζί μου Τον Χριστό, Την Παναγία, και τον φύλακα άγγελό μου». Τι να φοβηθώ; «Εάν είναι ο Θεός μαζί μας, κανείς δεν είναι εναντίον μας. Υπάρχει πιο μεγάλη δύναμη, από Τον Παντοδύναμο Θεό; Είμαστε παιδιά, ενός Επουράνιου Πατέρα, που ότι κι αν ζητήσουμε στο όνομα του Ιησού Χριστού, θα μας το δώσει, αν πρόκειται για την σωτηρία μας». Δίχως αμφιβολία, τρομάζει κανείς στο άκουσμα του αοράτου και ορατού πολέμου με τον διάβολο! Έτσι έγινε με εμένα και τον φίλο μου, τον Δημήτρη. -Γέροντα, του λέω, σε μας γιατί δεν εμφανίζεται ο διάβολος;-Αχ, καλό μου παιδί, έχει τόσα μέσα και τόσους τρόπους, για να πετύχει τον σκοπό του, που όταν δεν καταφέρει να πετύχει τον σκοπό του με αυτά, τότε μόνον εμφανίζεται. Για παράδειγμα, αν θέλει να σε ρίξει στην αμαρτία, σου βάζει μια ιδέα στο μυαλό· εσύ την καλλιεργείς, συγκατατίθεσαι και στο τέλος ενδίδεις. Εμφανίζεται μόνο σε ανθρώπους, που είναι πολύ προχωρημένοι πνευματικά και αντέχουν στην θέα του διαβόλου. Επετράπη, με παραχώρηση του Θεού στο Μέγα Αντώνιο, να δει τις παγίδες του διαβόλου και τρόμαξε ο ασκητής της ερήμου.


-Ποιος άραγε δύναται να ξεφύγει από τόσες παγίδες, αναρωτήθηκε.


-Μόνο ο ταπεινός μπορεί να ξεφύγει, απάντησε ο Θεός.


-Πώς είναι Γέροντα ο διάβολος; Ρώτησα από περιέργεια.


-Εύχομαι, παιδιά μου, όσοι θα πάνε στην κόλαση, να μην βλέπουν το πρόσωπό του, γιατί είναι απαίσιο και φοβερό. Τα αυτιά μου βούιξαν και ο ήχος διαπέρασε όλο μου το κορμί, λες και το διαπέρασε ηλεκτρικό ρεύμα. Τι ήταν αυτό που άκουσα; Να βλέπεις ένα θέαμα απαίσιο, φοβερό δίχως ημερομηνία λήξης, αιώνια παντοτινά. Αν φανταστούμε την αιωνιότητα σαν έναν ωκεανό και ένα πουλί με το ράμφος του, να κουβαλά-ει σταγόνα -σταγόνα, σε κάποιο άλλο σημείο το νερό, κάποια χρονική στιγμή θα τελείωνε. Τώρα όμως τι γίνεται; Να ζεις αιώνια και να βλέπεις ένα θέαμα απαίσιο και φοβερό. Πρέπει να φροντίσουμε τώρα, όσο έχουμε καιρό, να αγωνιστούμε, να αποκτήσουμε αρετές ταπείνωση, υπακοή, αγάπη, πίστη, αγαθοσύνη, απλότητα, για να κερδίσουμε με την χάρη Του Θεού, την αιώνια βασιλεία, την ετοιμασμένη από καταβολής κόσμου. Η συζήτηση προχωρούσε ομαλά και το ενδιαφέρον μεγάλωνε σιγά -σιγά: «Ερχόταν τακτικά ο Γιωργάκης, είπε ο Γέροντας, και συζητούσαμε τις αλήθειες της Ορθοδοξίας. Μια μέρα, έφεραν τον Γιωργάκη κάποιοι μοναχοί για να τον βοηθήσω. Με ρώτησε, τι δυνάμεις έχω και τι μπορώ να κάνω. Εγώ του απάντησα πως δεν έχω καμία δύναμη, όλη η δύναμη είναι του Θεού. Ο Γιωργάκης, θέλοντας να επιδείξει την δύναμή του, συγκέντρωσε το βλέμμα του σε μια μεγάλη πέτρα, που βρισκόταν σε κάποια απόσταση και η πέτρα έγινε θρύψαλα. Τότε, σταύρωσα μια μικρή πέτρα και του είπα να την σπάσει και αυτή. Αυτός συγκεντρώθηκε, έκανε τα μαγικά του, αλλά δεν κατάφερε να την σπάσει. Τότε, άρχισε να τρέμει και οι σατανικές δυνάμεις, που νόμιζε ότι έλεγχε, μη μπορώντας να σπάσουν την πέτρα, στράφηκαν εναντίον του και τον εκσφενδόνισαν μέσα στο ρέμα. Τον μάζεψα σε άθλια κατάσταση. Μια άλλη φορά, ενώ συζητούσαμε, ξαφνικά σηκώθηκε, μου έπιασε τα χέρια και μου τα γύρισε προς τα πίσω. Αν μπορεί, ας έρθει να σ’ ελευθερώσει ο Χατζεφεντής, μου είπε. Το αισθάνθηκα σαν βλασφημία. Κούνησα έτσι λίγο τα χέρια μου και τινάχθηκε πέρα. Μετά, σαν αντίδραση πήδησε ψηλά και πήγε να με χτυπήσει με το πόδι του, αλλά το πόδι του σταμάτησε κοντά στο πρόσωπό μου, σαν να βρήκε ένα αόρατο εμπόδιο! Με φύλαξε ο Θεός! Την νύχτα τον κράτησα και κοιμήθηκε στο κελλί μου. Οι δαίμονες, τον έσυραν μέχρι κάτω στον λάκκο και τον έδειραν, για την αποτυχία του. Το πρωί σε κακή κατάσταση, τραυματισμένος, γεμάτος αγκάθια και χώματα, ομολογούσε: Με έδειρε ο Σατανάς, γιατί δεν μπόρεσα να σε νικήσω. Κάποια άλλη μέρα λοιπόν, που είχε έρθει ο Γιωργάκης και συζητούσαμε στην αυλή της καλύβας μου, εμφανίστηκε ένα φίδι. Αυτό το ευλογημένο, με επισκεπτόταν τακτικά. Ερχόταν κι έπινε νερό, από ένα βαρέλι, που είχα στην αυλή. Μόλις το είδε ο Γιωργάκης, όρμησε κατ’ ευθείαν κατ’ επάνω του, με σκοπό να το σκοτώσει. -Τι πας να κάνεις, ευλογημένε; Του είπα. -Θα μας τσιμπήσει, άφησέ με να το σκοτώσω, ξέρω πού ακριβώς πρέπει να το χτυπήσω, για να πεθάνει ακαριαία. Γνωρίζω πού ακριβώς, πρέπει να κτυπήσω το κάθε ζώο, ακόμη και την μέλισσα, για να τη σκοτώσω. -Όχι, ευλογημένε, δεν θα μας πειράξει. Έρχεται τακτικά κοντά μου, πίνει νερό, το ταΐζω και φεύγει. Πλάσμα του Πανάγαθου Θεού, είναι κι αυτό». Ο Γέροντας, είχε μια ιδιαίτερη σχέση με την φύση και τα πλάσματά της. Ζούσε θαρρείς, σε μια προπτωτική κατάσταση. Αγαπούσε τόσο πολύ τα πουλιά, μιλούσε μαζί τους, κουβέντιαζε, τα θεωρούσε ψαλμωδούς του Δημιουργού. Θεωρούσε και τον εαυτό του μέλος της φύσης, σε προ πτωτική κατάσταση. Ο άνθρωπος, ήταν πλασμένος να ζήσει στον παράδεισο, μαζί με τα ζώα, τα πτηνά, τα φυτά, σε μια αρμονική κατάσταση. Αυτό που ζούμε σήμερα, είναι η μεταπτωτική κατάσταση και το μεθύστερο θέλημα του Θεού. Η παρακοή, έγινε η αιτία, που ο άνθρωπος ζει την κατάσταση της δυσαρμονίας, έγινε εχθρός των ζώων και της ίδιας της φύσης. Τα ζώα, δεν ήταν άγρια όπως είναι σήμερα και δεν υπήρχε η έχθρα, ανάμεσα στα πλάσματα Του Θεού. Οι επισκέψεις του Γιωργάκη, γινόταν όλο και πιο τακτικά. Το ίδιο και οι επισκέψεις του διαβόλου. Δεν μ’ άφηνε σε ησυχία, έλεγε ο Γέρων Παΐσιος· o πόλεμος από αόρατος, έγινε πλέον ορατός. Σαν λυσσασμένο σκυλί περιφερόταν. Δεν μπορούσε να το χωνέψει, πως ένας οπαδός του, που είχε φθάσει σε τέτοια στάδια της ευσέβειάς του και με τέτοια προνόμια, μπορούσε να αποστατήσει και να φύγει από κοντά του. Αντι λήφθηκε ο διάβολος, ότι ο μέχρι πριν λίγο οπαδός του, διέκρινε κάποιες διαφορές, ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα, στην αγάπη και το μίσος, την ταπείνωση και τον εγωισμό. Άρχισε να χάνει λοιπόν έδαφος και προσπαθούσε με κάθε τρόπο, με κάθε μέσον, να κρατήσει την ψυχή του Γιωργάκη, που μέρα με την μέρα, έβλεπε να την χάνει. Ήθελε να με τρομάξει, είπε ο Γέρο-Παΐσιος και κάποια μέρα, ήρθε και μου κτύπησε την πόρτα του κελλιού. Όπως ήταν φυσικό, πήγα και άνοιξα. Ακριβώς απέναντι από την εξώπορτά μου, είχε ένα δενδράκι, εκεί από κάτω στεκόταν και με περίμενε ο μισόκαλος. Απαίσιος στην όψη και φοβερός. Κρατούσε στο χέρι του, μια γαλάζια σφαίρα, η οποία ήταν δεμένη σταυροειδώς με κίτρινη κορδέλα.


-Τι θέλεις; Του λέω.


-Ήλθα να σου πω, να αφήσεις ήσυχο τον Γιωργάκη, διότι αυτός ανήκει σε μένα και δεν πρόκειται να μου τον πάρετε.


-Ο Γιωργάκης είναι μια ψυχή του Θεού και σ’ Αυτόν ανήκει. Θα κάνουμε τα αδύνατα δυνατά, για να γυρίσει πίσω. Με την παρουσία του αυτή, για άλλη μια φορά, ήθελε να με τρομάξει, ώστε να εγκαταλείψω την προσπάθεια. Πράγματι, αποκρουστική και τρομακτική η εμφάνισή του και φεύγοντας, άφησε μια βρώμα, μια δυσωδία, που δεν περιγράφεται με λόγια. Κόντεψα να λιποθυμήσω. Έκλεισα την πόρτα και μπήκα μέσα στο κελλί μου.


-Γέροντα, γιατί εμφανίστηκε έτσι, ρωτήσαμε. -Να σας πω, η γαλάζια σφαίρα που κρατούσε στο χέρι του, συμβολίζει την γη, την οποία την εξουσιάζει και είναι κυρίαρχος αυτήν την στιγμή. Η κίτρινη κορδέλα, συμβολίζει το δέσιμο, που της έχει κάνει. Όντως παιδιά μου, ο σατανάς είναι κυρίαρχος της γης, παρασύρει κάθε μέρα, πάρα πολλούς ανθρώπους στην αμαρτία, την έχει κάνει μόδα την αμαρτία, πλημμύρισε η γη από αυτήν. Μετά την πτώση ο άνθρωπος, απέκτησε την τάση και την ροπή προς την αμαρτία, αυτό το γνωρίζει ο διάβολος και εκμεταλλεύεται αυτήν την αδυναμία του ανθρώπου και όλα αυτά συμβαίνουν για δύο λόγους: Πρώτον, διότι επιτρέπει ο Θεός και δεύτερον, διότι λειτουργεί σε απόλυτο βαθμό, το αυτεξούσιο του ανθρώπου. Ο άνθρωπος, είναι ελεύθερος να διαλέξει: Τον Θεό ή τον διάβολο, την αρετή ή την αμαρτία. Δεν είναι άραγε αξιοπερίεργο το γεγονός, ότι ο άνθρωπος αφήνει την ομορφιά του Θεού και προσκολλάται στον κακάσχημο και αηδιαστικό σατανά; Δεν θέλει την γλυκύτητα της χάριτος, την ειρήνη, την αγάπη και την γαλήνη του Θεού και προτιμά την πίκρα της αμαρτίας, την ταραχή και το μίσος. Αγαπάει τους πολέμους, πιο πολύ από την ειρήνη. Μεγάλος παραλογισμός. Λέγουν οι πατέρες, πως και τώρα ακόμη, εάν ο διάβολος ζητήσει συγχώρηση, για την εγωιστική και υπερήφανη συμπεριφορά του, θα τον συγχωρήσει ο Θεός. Παρασύρεται από το γεγονός, ότι αυτή την στιγμή έχει μεγάλη δύναμη και παρασύρει και τον άνθρωπο, στην αμαρτία και την αιώνια κόλαση. Αυτή η εξουσία που έχει, με παραχώρηση του Θεού, του δυναμώνει την υπερηφάνεια και νομίζει, πως εφόσον έχει πάρει κοντά του πάρα πολλούς ανθρώπους, θα κατορθώσει να νικήσει τον Παντοδύναμο Θεό». Μιλούσε ο Γέροντας, ίσως για το πιο άσχημο πλάσμα της φύσης, αν και ήταν κάποτε το ωραιότερο τάγμα των αγγέλων, το τάγμα του Εωσφόρου. Στο πρόσωπό του βλέπαμε, την συμπόνια και την λύπη, γιατί ήθελε στην πλάση όλη, να κυριαρχεί η αγάπη, εφαρμόζοντας την ευαγγελική ρήση, «αγαπάτε τους εχθρούς υμών». «Έχει γραφτεί, πως κάποτε εμφανίστηκε ο διάβολος σε έναν ασκητή, πολύ προχωρημένο στα πνευματικά· είχε αποκτήσει μέσω της προσευχής, μεγάλη παρρησία προς Τον Θεό και του λέει:


-Θέλω να προσευχηθείς στον Θεό και να τον ρωτήσεις, αν μπορεί να με συγχωρήσει. -Βεβαίως, του λέει ο ασκητής, θα προσευχηθώ και μετά από τρεις ημέρες, έλα να σου πω την απάντηση. Πράγματι, μετά από τρεις ημέρες, εμφανίσθηκε ο διάβολος και του λέει:


-Τι έγινε, Γέροντα, είχαμε καμία απάντηση;-Ναι, του λέει, έχω μια πληροφορία, που λέει πως πρέπει να μετανοήσεις, να ζητήσεις συγχώρηση και να ομολογήσεις, πως είσαι το βδέλυγμα της φύσης, το αρχαίον κακό.


-Εγώ, να ομολογήσω πως είμαι το βδέλυγμα της φύσης και το αρχαίον κακό; Όχι, όχι, με τίποτε δεν ομολογώ και σηκώθηκε και έφυγε». Τόση ήταν η αγάπη του Γέροντα Παϊσίου, που κάποιες φορές, περνούσαν από το κελλί του προσκυνητές, για να πάρουν την ευχή του και να τον παρακαλέσουν να προσευχηθεί για κάποιο συγγενικό τους πρόσωπο, διότι για παράδειγμα είχε καρκίνο. Κι αυτός προσευχόταν στον Θεό κι έλεγε: «δώσε σ’ εμένα τον καρκίνο και χάρισε στο τάδε άτομο την υγεία του». Όσες ώρες κι αν καθόσουν κοντά του, δεν υπήρχε περίπτωση να πάρεις εύκολα, την απόφαση να φύγεις. Σφουγγάρι Της Χάριτος Του Θεού, ο Γέροντας, που όσο το σφίγγεις, τόσο πιο πολύ χάρη παίρνεις. Αυτό έκανα κι εγώ και ρωτούσα και ξαναρωτούσα, για να γευθώ μερικές γλυκές σταλαγματιές της χάριτος. Άλλωστε λέει στη γραφή, «έλεγχε σοφόν και αγαπήσει σε, δίδου σοφώ αφορμήν και σοφότερος έσται» (Παροιμίαι θ΄8-10). Μας καθήλωνε, με τις σοφές απαντήσεις που έδινε, στα καυτά ερωτήματά μας· γιατί το ένα, γιατί το άλλο. Είχε για όλα, απαντήσεις, Τα είχε μέσα στο μυαλό του, πολύ καλά τακτοποιημένα, με την χάρη Του Θεού. Δεν υπήρχε κανένα κενό, καμία απορία. Χριστός μας χρειάζεται έλεγε και να μας σκεπάζει η Παναγία. Την Κυρία Θεοτόκο, την υπερλάτρευε, αλλά και η χάρη Της δεν τον εγκατέλειπε. Αρκετές φορές μάλιστα, την είδε και ομολόγησε πως μοιάζει καταπληκτικά, με την εικόνα της Παναγίας της Ιεροσολυμήτισσας. Πολλές φορές αξιώθηκε και είδε το άκτιστο φως. Ο Γέροντας, είχε φοβερό χιούμορ. Κάποτε, τον επισκέφθηκε μια παρέα νεαρών, για να πάρει την ευχή του και κάποιος της παρέας, από περιέργεια να γνωρίσει έναν σύγχρονο άγιο, λέει στον Γέροντα:


-Γέροντα, έχω ακούσει πως κάνεις θαύματα, είναι αλήθεια;-Αλήθεια είναι, είπε ο Γέροντας, γελώντας. -Θα μας κάνεις ένα θαύμα τώρα, για να δούμε;-Βεβαίως, απάντησε· θα πας στην κουζίνα και θα μου φέρεις ένα μεγάλο κοφτερό μαχαίρι, θα σου κόψω το κεφάλι και μετά θα στο κολλήσω. -Όχι, όχι Γέροντα, δεν θέλω. Προφανώς ο νεαρός, δεν ήξερε πως τα θαύματα, δεν γίνονται για προβολή και επίδειξη, παρά μόνο γίνονται, μετά από πολύ προσευχή και για ωφέλεια κάποιας ψυχής. Πάνω στο τραπεζάκι, είχε ο Γέροντας ένα μπωλ με λουκούμια και δροσερό νερό και κάθε τόσο έλεγε:


-Πάρτε και κανένα λουκουμάκι.


-Πήραμε, Γέροντα, φθάνει.


-Πάρτε, ακόμη ένα δεν πειράζει, πάρτε κι άλλο. Χουβαρδάς ο Γέροντας, μας γλύκαινε με τον γλυκό τον λόγο και με τα λουκούμια του. Θυμάμαι χαρακτηριστικά, πως περιέπαιζε τον διάβολο και τον αποκαλούσε περιπαιχτικά, «νταγκαλάκι» δηλαδή διαβολάκι, πειραχτήρι. «Τον δέρνει, μας έλεγε, τον Γιωργάκη ο διάβολος. Δεν τον αφήνει σε ησυχία, τον ταλαιπωρεί. Τι φταίει όμως κι αυτό το καημένο, μήπως δική του επιλογή ήταν, αυτό που ήταν; Άλλος φρόντισε γι’ αυτό… Παρ’ ότι τον βασανίζει, τον ταλαιπωρεί, τον πολεμάει, αυτό το καημένο προσπαθεί, θέλει να απαλλαγεί, θέλει να ξεκόψει. Ο Θεός, να βάλει το χέρι Του». Όσο χρόνο συζητούσαμε με τον Γέροντα, δεν μας ενόχλησε κανείς. Άλλωστε, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε, πως όλα αυτά συμβαίνουν μέσα στο καταχείμωνο, και η παρέα ήταν τόσο ευχάριστη, που καταλαβαίναμε, πως και ο Γέροντας καθόταν ευχαρίστως μαζί μας. Όταν η παρέα είναι ευχάριστη και άκρως ενδιαφέρουσα, ο πανδαμάτωρ χρόνος κυλά πάρα πολύ γρήγορα, με αποτέλεσμα να μην έχουμε καταλάβει, πότε έφθασε κιόλας, η δύσκολη ώρα του αποχωρισμού. Έπρεπε άλλωστε, να διανύσουμε μια αρκετά μεγάλη απόσταση με τα πόδια, ως το μοναστήρι που έμελλε, να μας φιλοξενήσει την νύχτα. Πήραμε την ευχή του Γέροντα και μας ευχήθηκε, να πάμε στην ευχή Του Χριστού και της Παναγίας. Στην πορεία προς την ιερά μονή Σταυρονικήτα, σχολιάζαμε τα όσα είχαν λεχθεί, στο ασκητήριο του Γέροντα Παϊσίου. Και εκείνο που μου έκανε την μεγαλύτερη εντύπωση, ήταν η φράση: «Εύχομαι παιδιά μου, όσοι θα πάνε στην κόλαση, να μην βλέπουν το πρόσωπό του, γιατί είναι απαίσιο και φοβερό» Έπρεπε από αυτή την στιγμή, να βάλω μια νέα αρχή, να ξεκινήσω έναν αγώνα, για την αγάπη του Χριστού. Δύσκολο; Έπρεπε να διαλέξω, να πάρω γενναίες αποφάσεις. Κάνοντας την ανασκόπηση της πρώτης ημέρας, στο Θεοτοκοβάδιστο Όρος, αισθανόμουν πλημμυρισμένος, από ένα αίσθημα χαράς και ικανοποίησης, διότι γνώρισα έναν Άγιο Γέροντα, άκουσα φοβερές αλήθειες, που άγγιξαν τα μύχια της ψυχής μου, αγαλλίασε το είναι μου και δροσίστηκα, από την πνευματική δροσιά του. Φύσηξε την μικρή σπίθα, που υπήρχε μέσα μου και άρχισε να φουντώνει η φλόγα της αγάπης, προς τον Χριστό και την Πανυπερευλογημένη Θεοτόκο, την προστάτιδα του Αγίου Όρους και όλης της πλάσης. Τα πόδια μου, λες και δεν πατούσαν στην γη. Νόμιζα, πως έκανα χαμηλή πτήση. Έτσι αισθανόμουν, πως περπατούσα ανάλαφρα από χαρά, αν και είχα αρκετό φορτίο. Η ημέρα, έφτανε στο δείλι, κι εμείς αφού φύγαμε από το κελλί του Γέροντα, πορευτήκαμε για την Μονή Σταυρονικήτα. Καθώς βασίλευε πίσω μας ο ήλιος, φάνηκε στο βάθος του ορίζοντα, ο βυζαντινός πύργος της Μονής Σταυρονικήτα και το τοπίο ήταν μοναδικό, για να βγούμε μερικές αναμνηστικές φωτογραφίες. Τότε ακριβώς διαπιστώσαμε, πως με την κουβέντα στο κελλί, ξεχαστήκαμε και δεν φωτογραφηθήκαμε με τον Γέροντα. Μετά από μικρή πορεία, φθάσαμε στο πρώτο μοναστήρι, που θα μας φιλοξενούσε. Η υποδοχή που μας έγινε, ήταν υποδειγματική. Ο «αρχοντάρης», έτσι λέγεται ο αρμόδιος μοναχός, που έχει το διακόνημα της φιλοξενίας, ήταν πρόσχαρος, καλοσυνάτος και φιλικότατος. Αφού μας κέρασε το καθιερωμένο τσίπουρο με το λουκούμι, μάς οδήγησε στα κελλιά μας, δηλαδή τα δωμάτιά μας, τα οποία ήταν πολύ καθαρά και περιποιημένα. Αμέσως μόλις τακτοποιηθήκαμε, ο αρχοντάρης μας περίμενε έξω από το καθολικό, για να προσκυνήσου-με τα άγια λείψανα και τις άγιες εικόνες, που είναι η παρηγοριά και οι προστάτες των μοναχών. To μοναστήρι επιβλητικό, σαν παλαιό μεγαλόπρεπο αρχοντικό, βγαλμένο μέσα από το χρόνο, φάνταζε αγέρωχο με τον βυζαντινό του πύργο, κτισμένο στην ανατολική πλευρά του Αγίου Όρους, με θέα καταπληκτική, την καταγάλανη ταραγμένη θάλασσα του βορείου Αιγαίου. Είναι κτισμένο με τέτοιο τρόπο, που προστατεύει τους μοναχούς από τους εχθρούς, με το «καθολικό» στην μέση του μοναστηριού, όπου τελούνται οι ακολουθίες του εικοσιτετραώρου. Ο περικαλλής ναός, σταυροειδής μετά τρούλου, αγιογραφημένος με περίτεχνες αγιογραφίες, δημιουργεί με τις ψαλμωδίες των μοναχών, τις πλέον κατάλληλες συνθήκες, για να απογειωθούν οι ψυχές των μοναχών και των προσκυνητών, σε σφαίρες ουράνιες. Μας ρώτησε ο αρχοντάρης, εάν θα θέλαμε να παρακολουθήσουμε την νυκτερινή ακολουθία και του απαντήσαμε θετικά. Στις τέσσερις τα χαράματα, κτύπησε την πόρτα κάποιος μοναχός, φωνάζοντας την φράση: «δι’ ευ χών». Αυτό ήταν ένα μήνυμα, πως έπρεπε να σηκωθούμε και να κατέβουμε στον ναό. Ο ναός, φωτίζονταν από το λιγοστό φως των καντηλιών και των κεριών και σαν σκιές οι μοναχοί, κινούνταν στο μισοσκόταδο και αφού προσκυνούσαν τις εικόνες, καθόντουσαν στην καθορισμένη θέση τους. Η ατμόσφαιρα, ήταν κατανυκτική με το χαμηλό φως των καντηλιών και οι μελωδικές ψαλμωδίες των μοναχών, συντελούσαν ώστε ο κάθε πιστός, να έλθει σε ψυχική ανάταση. Δεν υπάρχει περίπτωση, να μείνει ασυγκίνητος κάποιος, κάτω από αυτές τις όμορφες συνθήκες. Μετά από τις συγκινητικές στιγμές που ζήσαμε και την πληρότητα που νοιώσαμε στην ψυχή μας, ήλθε η ώρα, να τραφεί και το σώμα. Απέναντι από τον ναό, υπάρχει η τράπεζα, όπου μετά την λειτουργία οι μοναχοί και οι προσκυνητές περνούν, για να πάρουν ένα πλήρες γεύμα. Μετά την ψυχική τροφή, φροντίζουν και για την σωματική. Την ώρα του φαγητού, γίνεται ανάγνωση, -από τον εντεταλμένο μοναχό-πατερικών κειμένων, με σκοπό, να μην απορροφούνται οι μοναχοί στο φαγητό και στη γαστριμαργία, με τα τερψιλαρύγγια γεύματα, αλλά να είναι ο νους στραμμένος, ακόμη και την ώρα του φαγητού, στα πνευματικά. Αμέσως μετά, γίνεται ξανά προσευχή και οι μοναχοί αποχωρούν από την τράπεζα, για τα διακονήματά τους, (εργασίες που έχουν αναλάβει υπεύθυνα, στην αρχή της χρονιάς). Άλλος ασχολείται με τον κήπο, άλλος με την αγιογραφία, άλλος με τις μέλισσες και ούτω καθεξής. Διδάσκονται από την φύση οι μοναχοί και σαν τις μέλισσες κι αυτοί, εργάζονται αθόρυβα και παράλληλα προσεύχονται νοερά, λέγοντας την ευχή: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλό».


ΜΕΝΤΙΟΥΜ ΧΑΡΤΟΜΑΝΤΕΙΑ ΚΑΦΕΜΑΝΤEΙΑ ΤΑΡΟ


Οι χειμωνιάτικες νύχτες, είναι μεγάλες, με αποτέλεσμα οι άνθρωποι, να έχουν περίσσιο χρόνο, για να επικοινωνούν μεταξύ τους, αφού μαζευτούν νωρίς, στα ζεστά τους σπίτια. Έτσι έγινε και με μένα και τον φίλο μου τον Γιωργάκη. Μαζευτήκαμε στο κελλί μου και η σόμπα έκαιγε για τα καλά. Η θαλπωρή που είχε απλωθεί μέσα, δημιούργησε μια όμορφη ατμόσφαιρα κι ήρθαν στον νου μου, τα παιδικά μου χρόνια, τότε που καθόμουν κοντά στην γιαγιά μου, να μου πει παραμύθια. Τώρα, στις ίδιες συνθήκες, έμελλε να ακούσω τις μεγαλύτερες αλήθειες, τις οποίες δεν τις μαθαίνεις, ούτε στα πιο φημισμένα πανεπιστήμια του κόσμου. Παράλληλα, το ενδιαφέρον της συζήτησης, ανέβαινε κατακόρυφα και ο φόβος για την εμφάνιση του σατανά, απομακρυνόταν όσο περνούσε η ώρα. Η επιθυμία μου, να εκμαιεύσω, όσο περισσότερες από τις γνώσεις του Γιωργάκη, μεγάλωνε και με τρόπο τον ρώτησα: «Έξω στον κόσμο, υπάρχουν κάποιοι, γυναίκες συνήθως, που έχουν την ικανότητα, να διαβάζουν το φλιτζάνι του καφέ. Αφού πιει τον καφέ του ο υποψήφιος, που θέλει να μάθει τα μελλούμενα, γυρίζει ανάποδα το φλιτζάνι πάνω στο πιατάκι, έως ότου στραγγίξει το κατακάθι, δημιουργώντας διάφορα σχέδια. Αυτά τα σχέδια λοιπόν, μελετούν οι καφεμάντεις, τα αποκωδικοποιούν και σου λένε, αυτά που πρόκειται να συμβούν, στο μέλλον. Τι γνώμη έχεις γι’ αυτά; Έχουν καμία σχέση, με τον σατανά;»Γέλασε και με αυτοπεποίθηση, μου είπε: «Βεβαίως και έχουν σχέση. Είναι δυνατόν, να υπάρχει ψέμα και να είναι αυτός απών; Ξέρεις πώς οι περισσότεροι άνθρωποι, πέφτουν στην παγίδα του;». -Όχι, του απαντώ. -Θα σου εξηγήσω αμέσως: «Ο σατανάς, καθότι είναι πνεύμα, έχει την ικανότητα, να γνωρίζει το παρελθόν, κι όταν το υποψήφιο θύμα του, πάει στην καφετζού, αυτός, έρχεται σε επαφή με την καφετζού και αρχίζει η συνεργασία. Η καφετζού, παίρνει στο χέρι της το φλιτζάνι κι αρχίζει να «το διαβάζει». Σε επικοινωνία, που έρχεται με το πνεύμα του διαβόλου, παρουσιάζει κάποια γεγονότα ή καταστάσεις, που υποτίθεται τα βλέπει, όπως επί παραδείγματι, αν αναφέρεται σε γυναίκα της λέει: ότι είσαι παντρεμένη, το όνομα του άνδρα σου αρχίζει από Α, όπως Ανδρέας, Άγγελος κ.τ.λ. λέει μερικά ονόματα, τάχα πως δεν είναι απόλυτα σίγουρη, αλλά είναι. Λέει ότι, έχεις δυο παιδιά, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, το αγόρι το λένε Γιώργο και το κορίτσι Ελένη. Η σχέση με τον άνδρα σου δεν είναι πολύ καλή. Καυγαδίζετε τακτικά, ο άνδρας σου ασχολείται με δουλειές, που πρέπει
να ταξιδεύει και άλλα τέτοια. Μέχρι τούτη την στιγμή, όλα όσα αναφέρθησαν είναι πραγματικά γεγονότα, αληθινά. Κάπου-κάπου ο διάβολος, αν και είναι ψεύτης, χρησιμοποιεί την αλήθεια για να γίνει πιστευτός και αμέσως μετά, αρχίζει τα ψέματα, για να μπερδέψει τα θύματά του.Ο καθένας, που θα άκουγε από ένα άγνωστο πρόσωπο, την καφετζού εν προκειμένω, να αναφέρεται σε πρόσωπα υπαρκτά και γεγονότα αληθινά, θα έμενε κατάπληκτος και θα σκεφτόταν, πώς το άτομο έχει υπερφυσικές ικανότητες. Αυτή, είναι όμως η παγίδα: γνωρίζει ο σατανάς το παρελθόν, αλλά δεν γνωρίζει το μέλλον. Στην συνέχεια, γίνεται αναφορά από την καφετζού, σ’ αυτά που πρόκειται να πραγματοποιηθούν στο μέλλον, τα οποία όμως είναι ψέματα, κι έτσι ακριβώς μπερδεύει την αλήθεια, δηλαδή το παρελθόν, με το ψέμα, δηλαδή το μέλλον και φέρνει σύγχυση, στο υποψήφιο θύμα του. Φεύγοντας το «θύμα», θαυμάζει το ότι με μεγάλη ευκολία, «τα βρήκε όλα» και έτσι παρασύρεται και πιστεύει, πως όσα του είπε, περιμένει να συμβούν στ’ αλήθεια. Δεν είναι όμως μόνον η καφεμαντεία, που χιλιάδες άνθρωποι σ’ όλον τον κόσμο, παρασύρονται και πέφτουν στην παγίδα αυτή, αλλά ο πολυμήχανος, έχει κι άλλες παγίδες, όπως είναι η χειρομαντεία. Είναι κι αυτή, μια τέχνη του διαβόλου, η οποία είναι γνωστή, από αρχαιοτάτων χρόνων. Ο γνώστης της τέχνης αυτής, υποτίθεται ότι έχει την ικανότητα, να ερμηνεύει τις γραμμές που υπάρχουν, στην παλάμη κάθε ανθρώπου. Μπορεί τάχα, να δει το μέλλον, δηλαδή, πόσα χρόνια θα ζήσει κάποιος, αν θα ευτυχήσει στον γάμο του, αν θα πετύχει επαγγελματικά κ.ά. Κάποτε, ένας φοιτητής θεολογίας, με κάποια παιδιά από την σχολή του, είχαν πάει σε μια εκκλησία, είχαν μια σύναξη. Σε ένα διάλειμμα που κάνανε, τον πλησιάζει τον φοιτητή μια γύφτισσα και του λέει:


-Να σου πω το μέλλον σου. Αυτός της λέει.


-Δεν θέλω να μου πεις το μέλλον μου.


-Όχι, να σου πω το μέλλον σου, επέμενε. Τότε αυτός, είδε τον καθηγητή του πιο πέρα και της λέει.


-Πήγαινε σ’ αυτόν, να του πεις το μέλλον του, στον καθηγητή που είχε στο πανεπιστήμιο. Πάει λοιπόν η γύφτισσα, ελπίζοντας, ότι απ’ αυτόν θα πάρει κάτι παραπάνω και του λέει.


-Να σου πω το μέλλον σου.


-Όχι, δεν θέλω να μου πεις.


-Όχι, θα στο πω.


-Λοιπόν, το ξέρεις;-Το ξέρω, απαντάει αυτή.


-Σίγουρα το ξέρεις;-Βεβαίως το ξέρω. Της αστράφτει ένα μπάτσο και την ρίχνει κάτω, ήταν τόσο δυνατό και της λέει. Άμα το ήξερες, δεν θα ερχόσουν, για να φας το μπάτσο. Μια ακόμη παγίδα, είναι το ρίξιμο της τράπουλας, που κι εκεί, ανάλογα με το ποια φύλλα θα εμφανιστούν και με ποιο συνδυασμό, θα φανερώσουν το παρελθόν και το μέλλον. Βλέπουμε κι εδώ, το ίδιο σκηνικό, σου λέει η χαρτορίχτρα, κάποια πράγματα από το παρελθόν, που ήδη τα γνωρίζει από τον διάβολο, κερδίζει την εμπιστοσύνη σου, κατά κάποιο τρόπο και μετά αρχίζει να αραδιάζει, ένα σωρό ψέματα, με ψεύτικες ελπίδες. Υπάρχει όμως και μια άλλη περίπτωση, όπου ο διάβολος, σου βάζει μια ιδέα, πως έχεις υπερφυσικές ικανότητες, κι αυτό μπορεί να συμβεί ως εξής: Είσαι στο σπίτι και σου βάζει την ιδέα, πως «μετά από λίγο θα δεις έναν θείο σου, που έχεις καιρό να τον δεις». Αυτό, για τον διάβολο, είναι παιχνιδάκι, πανεύκολο. Καθότι είναι πνεύμα, έχει δει ότι ο θείος έχει κατέβει από το λεωφορείο και κατευθύνεται προς το σπίτι σου. Σου μεταφέρει το μήνυμα και όταν μετά από λίγο εμφανίζεται ο θείος, μένεις κατάπληκτος, με την δήθεν υπερφυσική ικανότητα, που έχεις. Η επιστήμη, προσπαθεί με κάποια θεωρία, να εξηγήσει το φαινόμενο αυτό και λέει πως είναι «συγχρονισμένος συλλογισμός». Πλανάται οικτρά, διότι, κάνει τόσο καλά την δουλειά του ο διάβολος, που δεν αφήνει στην επιστήμη, να ψάξει και σε άλλους τομείς, παρά προσπαθεί, όλα να τα ερμηνεύσει με την λογική. Αυτά είναι, τα πρώτα στάδια του σατανισμού, διότι στην ευσέβεια του σατανά, υπάρχουν επίπεδα, διαβαθμίσεις. Για να φθάσεις ψηλά, πρέπει να περάσεις από όλα τα στάδια, να γίνεις γνώστης, όλων όσων συμβαίνουν, από την βάση έως την κορυφή».


ΜΑΥΡΗ ΜΑΓΕΙΑ


Είναι το σπορ της σύγχρονης κοινωνίας. Μ’ αυτήν, ασχολούνται όλα τα κοινωνικά στρώματα, πλούσιοι και φτωχοί, μικροί και μεγάλοι. Έχει γεμίσει ο κόσμος από μάγους, υπάρχουν παντού, σε όλες τις χώρες σ’ όλες τις φυλές, σ’ όλες τις θρησκείες. Αν ανοίξει κανείς, μια οποιαδήποτε εφημερίδα, θα διαπιστώσει, πως σελίδες ολόκληρες έχουν καταχωρήσεις, με διευθύνσεις και τηλέφωνα μάγων, που υπόσχονται, ότι μπορούν να αναλάβουν υπεύθυνα, μόνο σοβαρές υποθέσεις, όπως οικογενειακά, αισθηματικά, επαγγελματικά, επαναφορά προσώπων, λυσίματα, κ.ά. Για να γίνουν ακόμη πιο γνωστοί, διαφημίζονται ακόμη και από την τηλεόραση και τον περιοδικό τύπο. Υποστηρίζουν, ότι έχουν πτυχία και διπλώματα, τα οποία τα απέκτησαν στην ανατολή, ή έχουν κάνει μεταπτυχιακές σπουδές, κοντά σε καθηγητές του είδους. Οι περισσότεροι, προστρέχουν στους μάγους, είτε για να κρατήσουν κοντά τους, ένα αγαπημένο τους πρόσωπο, είτε επειδή θέλουν, να εκδικηθούν κάποιον. Άλλοτε από κακία, όταν θέλουν να βλάψουν το συνάνθρωπό τους, πολλές φορές και άτομα του στενού τους οικογενειακού περιβάλλοντος. Υπάρχουν διάφοροι τρόποι, τους οποίους χρησιμοποιούν οι μάγοι, για να πετύχουν τον στόχο τους και πάντα με την συγκατάθεση και την βοήθεια του σατανά. Το πιο σημαντικό είναι, ότι δεν ολοκληρώνεται σε μια επίσκεψη το εγχείρημα, αλλά πρέπει σε τακτά χρονικά διαστήματα, να γίνουν οι επισκέψεις στον μάγο. Τούτο, συμβαίνει για τους εξής λόγους:


Για να σ’ έχει ο μάγος και κατ’ επέκταση ο διάβολος, στο χέρι. Για να απομυζεί, περισσότερα χρήματα. Για να βασανίζουν, το μαγεμένο άτομο, όσο το δυνατόν περισσότερο χρονικό διάστημα. Έτσι, υπάρχουν άνθρωποι, που τους παρασύρει ο διάβολος και πλημμυρίζει την καρδιά τους, με χαιρεκακία. Τους κάνει δηλαδή, να χαίρονται βλέποντας να συμβαίνουν άσχημα γεγονότα, σε κάποια πρόσωπα. Η μαγεία, στην πιο απλή της μορφή, μπορεί να πραγματοποιηθεί με λίγα προσωπικά ήδη, που έχουν έλθει σε επαφή με το κορμί ή με τρίχες, από τα μαλλιά, κάποια φωτογραφία, καρφίτσες που καρφώνονται σε μικρά ανθρώπινα κέρινα ομοιώματα, στα σημεία που θέλουν να βλάψουν κ.ά. Σε πιο προχωρημένη μορφή, η μαύρη μαγεία, τελείται σε χώρους, όπου παλαιότερα ήταν αρχαίοι ναοί, νύχτα με πανσέληνο. Στο πάτωμα ή στους τοίχους, αν υπάρχουν, ζωγραφίζουν ή χαρά-ζουν διάφορα σατανικά σύμβολα, αλλά το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο, είναι το γεγονός ότι γίνονται θυσίες ζώων. Πέρα από αυτή την μορφή, υπάρχει και πιο προχωρημένη μορφή, όπου κατά την διάρκεια της τελετής οι λαμβάνοντες μέρος στην σατανολατρεία, επιδίδονται σε σεξουαλικά όργια και «ανθρωποθυσίες» για να ευχαριστήσουν τον Εωσφόρο. Εγώ, μου λέει ο Γιωργάκης, βρισκόμουν ένα στάδιο, πιο πάνω από την μαύρη μαγεία. Είχα τόσα προνόμια, τόση δύναμη, που δεν μπορείς να φαντασθείς. Μπορούσα να ταξιδεύω, με υπερφυσικό τρόπο, δίχως να χρησιμοποιώ μέσα συγκοινωνίας. Μπορούσα να βλέπω με υπερφυσικό τρόπο, πολύ μακρύτερα και περισσότερα, από ότι βλέπει ένας φυσιολογικός άνθρωπος. Είχα, την δυνατότητα να μιλάω, πάντα με υπερφυσικό τρόπο, όποια γλώσσα ήθελα. Γνώριζα, όλες τις πολεμικές τέχνες και να φανταστείς, κάποια στιγμή στην Ινδία, βρέθηκα σε μια φασαρία και επειδή κατάλαβα ότι κάποιος αδικούνταν, τα έβαλα με πέντε άτομα και τους νίκησα. Δεν μπορείς να φαντασθείς, πόση ικανοποίηση αισθάνθηκα, μετά από αυτό το τόλμημα. Είχα διαβόλους, που με υπηρετούσαν και το γεγονός αυτό, με έκανε, να αισθάνομαι πολύ δυνατός. Ένοιωθα κυρίαρχος, πολυδύναμος, σχεδόν άτρωτος. Μου διέφευγε όμως, μια λεπτομέρεια. Είχα δώσει, δίχως να το ξέρω, για αντάλλαγμα όλων αυτών, την αθάνατη ψυχή μου, στον διάβολο και για να μην το ξεχνώ, με σφράγισε, με μία από τις εκατό σφραγίδες του, για το υπόλοιπο της ζωής μου».

 

Για παραγγελίες του βιβλίου στο τηλ : 6945717397 : κ.Γιάννης Κοτζάμπασης

Γιάννης Κοτζάμπασης

Ιεροψάλτης στην Παναγία Σουμελά, καθηγητής βυζαντινής μουσικής, συγγραφέας, μέλος και εκπρόσωπος της ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ στη Βέροια.

Email Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
  1. Δημοφιλή
  2. Προτεινόμενα

Ημερολόγιο

« August 2017 »
Mon Tue Wed Thu Fri Sat Sun
  1 2 3 4 5 6
7 8 9 10 11 12 13
14 15 16 17 18 19 20
21 22 23 24 25 26 27
28 29 30 31